Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ!!!!

      
     ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΑΣ....

 Πάει κι αυτό το καλοκαίρι! Έφυγε παίρνοντας μαζί του τις φωνές των παιδιών, τη ζωή της πλατείας μας. Ένα καλοκαίρι γεμάτο χαρές και χωρίς σχολείο άφησε πίσω του και άλλες όμορφες αναμνήσεις.
        
   Ένα καλοκαίρι γεμάτο με παιδιά και παιχνίδια που έκαναν πιο όμορφο το χωριό μας. Ένα χωριό που τώρα πια είναι ερημωμένο και στο οποίο έχουμε μείνει μόνο εμείς, τα λιγοστά Κατηχητόπουλα της Αμπέλου.
            
  Νιώθουμε λίγο μοναξιά εδώ στο χωριό γιατί όταν έρχεται ο χειμώνας είναι δύσκολος και βουβός χωρίς παιδιά να φωνάζουν στην πλατεία και στο γήπεδο. Χωρίς κυνηγητό και κρυφτό να ακροβολιζόμαστε σε όλο το χωριό μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Να τρώμε πίτες στην πλατεία της εκκλησίας και να ακούμε μουσική….

Όλα τώρα είναι βουβά …  Ακόμα και τις μουριές κλαδέψανε και φαίνεται ακόμα πιο ερημικός ο τόπος.

Πιστεύουμε ότι καταλάβατε τι εννοούμε…
Παρ’ όλα αυτά είμαστε Ε Μ Ε Ι Σ εδώ !!!

Το ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΟ  μας λειτουργεί ακόμα και εμείς προσπαθούμε αν και είμαστε λίγα παιδιά να δώσουμε ζωντάνια σ’ αυτό το χωριό που το καλοκαίρι σφύζει από ζωή.
Τώρα απλά περιμένουμε το επόμενο καλοκαίρι!

Στέλνουμε χαιρετισμούς σε όλους τους φίλους μας….
Ο Κωνσταντίνος και ο Θοδωρής είμαστε!!


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ο ΑΘΕΟΣ ΚΑΙ Η ΓΡΙΟΥΛΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

            Στίς δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία.
Ηταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.
Καί να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο. Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε εκάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με έκάλεσε η γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον έκάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Καί αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί.  Καί μετά, εκοινώνησε.

Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

Πηγή: anaplastiki.gr